
Στην Ελβετία, για να σε καλέσουν για καφέ, χρειάζεσαι ραντεβού, ημερολόγιο και λίγη τύχη. Το κανονίζεις τρεις εβδομάδες νωρίτερα: Σάββατο, 15:00–16:30. Ακριβώς. Μετά ένα ευγενικό «Adieu» και ο καθένας στο σπίτι του.
Και μετά ήρθα στην Ελλάδα.
Εδώ βγαίνεις να πάρεις ψωμί και γυρίζεις τρεις ώρες αργότερα, χορτάτη, με μισό κιλό ντομάτες από τον κήπο της κυρα-Λένης, ένα μπουκάλι σπιτικό κρασί και τη συνταγή για τα γεμιστά που «δεν τη δίνει σε κανέναν». Περνάς απλώς έξω από μια αυλή και ακούς: «Έλα, κάτσε! Θα φας κάτι!» Δεν είναι ερώτηση. Είναι διαταγή. Κι αν πεις «Όχι, ευχαριστώ, έχω ήδη φάει», σου βάζουν διπλή μερίδα, γιατί προφανώς ντρέπεσαι να πεις ότι πεινάς.
Εδώ κανείς δεν ρωτάει «Πότε έχεις χρόνο;». Εδώ ο χρόνος είναι με το μέρος της παρέας. Η καρέκλα τραβιέται, το τραπέζι μεγαλώνει ως διά μαγείας κι από το πουθενά εμφανίζονται ελιές, τυρί, ψωμί και ένα πιάτο κεφτεδάκια που «περίσσεψαν» (και φτάνουν για δέκα άτομα). Η δουλειά; Ας περιμένει. Θα είναι εκεί και αύριο. Η παρέα, όμως, είναι εδώ και τώρα.
Αυτό το τραγούδι γράφτηκε για όλα εκείνα τα μικρά τραπέζια που χωράνε μια ολόκληρη ζωή. Για τη γειτόνισσα που σου φωνάζει «καλημέρα» από το μπαλκόνι και μαθαίνει τα νέα σου πριν τα μάθεις εσύ. Για τον ψαρά που γελάει πιο δυνατά κι από τους γλάρους. Και για τις βραδιές που λες «φεύγω σε πέντε λεπτά»… και τελικά ξημερώνει.
Ελλάδα μου, μου έμαθες κάτι που κανένα ελβετικό ρολόι δεν θα μπορούσε ποτέ να μου μάθει: πως η καλύτερη πρόσκληση είναι εκείνη που δεν χρειάζεται ποτέ να σταλεί.
Λοιπόν, τράβα μια καρέκλα, βάλε το τραγούδι δυνατά… κι έλα, κάτσε πλάι μου!
🎧 Zum Reinhören: https://suno.com/s/398phMSwa7bmBMFZ
Στίχοι τραγουδιού
Το πρωί ανοίγει η πόρτα, μοσχοβολάει ο καφές, η γειτόνισσα φωνάζει, «Καλημέρα, τι κάνεις, πες!» Στο μπαλκόνι δυο βασιλικοί, ρούχα πάνω στο σκοινί, κι η μέρα βρίσκει τον ρυθμό της με μια σκούπα στο πλακάκι.
Έλα, κάτσε πλάι μου, να μοιραστούμε τη χαρά, ένα πιάτο, δυο κουβέντες, κι ας αργήσει η δουλειά. Έλα, κάτσε πλάι μου, μη βιάζεσαι το αύριο, η ζωή χωράει ολόκληρη σ’ ένα μικρό τραπέζι.
Στο φούρνο παίρνω ψωμάκι, στο περίπτερο νερό, ο ψαράς γελάει δυνατά, «Πάρε κάτι φρέσκο εδώ!» Το μεσημέρι πέφτει ήσυχα, με ντομάτα και τυρί, κι ένα παιδί κυνηγάει μια μπάλα στην αυλή.
Έλα, κάτσε πλάι μου, να μοιραστούμε τη χαρά, ένα πιάτο, δυο κουβέντες, κι ας αργήσει η δουλειά. Έλα, κάτσε πλάι μου, μη βιάζεσαι το αύριο, η ζωή χωράει ολόκληρη σ’ ένα μικρό τραπέζι.
Το απόγευμα στο λιμάνι, παγάκι μες στο ποτήρι, οι φίλοι λένε τα νέα τους και περνάει το καλοκαίρι. Κάποιος στρώνει το τραπέζι, κάποιος φέρνει το κρασί, κι όταν ανάψουν τα φώτα, η παρέα τραγουδεί. Κι αν η μέρα ήταν μεγάλη, κι αν κουράστηκαν τα χέρια, μια αγκαλιά στην πόρτα φτάνει για να φύγουν τα βαριά.
Έλα, κάτσε πλάι μου, να μοιραστούμε τη χαρά, με ψωμί, ελιές και γέλιο, ως να ξημερώσει ξανά. Έλα, κάτσε πλάι μου, μη βιάζεσαι το αύριο, η Ελλάδα είναι οι άνθρωποι, το σπίτι και η παρέα. Καληνύχτα στο μπαλκόνι, καλημέρα στην καρδιά, κάθε μέρα έχει τραγούδι αν τη ζήσεις απλά.

Kommentar verfassen